Κυριακή, 29 Ιούνιος 2008

Ονειρο .......



Είναι ένα ζεστό καλοκαιρινό βράδυ,
δεν μπορώ να κοιμηθώ και αποφάσισα να πιω ένα χυμό στη βεράντα,
έχω κλειστά τα φωτά, αν και δεν έχει φεγγάρι είναι αρκετά φωτεινή νύχτα.
Από τα διπλανά σπίτια υπάρχει ησυχία, η κίνηση της θάλασσας ακούγετε μόνο ελαφρά και ρυθμικά αυτός ο ήχος αρκεί για να δροσίσει την ατμόσφαιρα.
Ακούω και τα φύλλα της μουριάς ,που τη μέρα χαρίζει την σκιά της στη βεράντα, να κινούνται ελαφρά είναι η ώρα που θα αρχίζει να δροσίζει, το γιασεμί δεξιά μου που με τόση αγάπη φύτεψε η μαμά μου μυρίζει υπέροχα.
Μια γλυκιά νύστα μου έρχεται καθισμένη αναπαυτικά στη πολυθρόνα δεν θέλω να πάω στο κρεβάτι μου μέσα θα είναι ακόμα ζεστά ας κλείσω λίγο εδω τα μάτια μου......
Ξαφνικά πετάγομαι είμαι ιδρωμένη και λαχανιασμένη ωχ τι θέλω εδω γιατί ;
Πάλι όνειρο ήταν δεν θα γίνει είπαμε αληθινό, πάει το όνειρο για το σπιτάκι στο λόφο με το κηπάκο και τη θέα στη θάλασσα

Τετάρτη, 25 Ιούνιος 2008

Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΜΕΡΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟ



Φορές-φορές, την ώρα που βραδιάζει, έχω την αίσθηση
πως έξω απ' τα παράθυρα περνάει ο αρκουδιάρης
με τη γριά βαρειά του αρκούδα
με το μαλλί της όλο αγκάθια και τριβόλια
σηκώνοντας σκόνη στο συνοικιακό δρόμο
ένα ερημικό σύννεφο σκόνη που θυμιάζει το σούρουπο
και τα παιδιά έχουν γυρίσει σπίτια τους για το δείπνο
και δεν τ' αφή- νουν πιαν να βγουν έξω
μ' όλο που πίσω απ' τους τοίχους μαντεύουν
το περπάτημα της γριάς αρκούδας
κι η αρκούδα κουρασμένη πορεύεται μες στη σοφία της μοναξιάς της,
μην ξέροντας για πού και γιατί
έχει βαρύνει, δεν μπορεί πια
να χορεύει στα πισινά της πόδια
δεν μπορεί να φοράει τη δαντελένια σκουφίτσα της
να διασκεδάζει τα παιδιά, τους αργόσχολους, τους απαιτητικούς,
και το μόνο που θέλει είναι να πλαγιάσει στο χώμα
αφήνοντας να την πατάνε στην κοιλιά,
παίζοντας έτσι το τελευταίο παιχνίδι της,
δείχνοντας την τρομερή της δύναμη για παραίτηση,
την ανυπακοή της στα συμφέροντα των άλλων,
στους κρίκους των χειλιών της, στην ανάγκη των δοντιών της,
την ανυπακοή της στον πόνο και στη ζωή
με τη σίγουρη συμμαχία του θανάτου έστω κι ενός αργού θανάτου
την τελική της ανυπακοή στο θάνατο
με τη συνέχεια και τη γνώση της ζωής
που ανηφοράει με γνώση και με πράξη πάνω απ τη σκλαβιά της.

Μα ποιος μπορεί να παίξει ως το τέλος αυτό το παιχνίδι;
Κι η αρκούδα σηκώνεται πάλι και πορεύεται
υπακούοντας στο λουρί της, στους κρίκους της, στα δόντια της,
χαμογελώντας με τα σκισμένα χείλη της
στις πενταροδεκάρες που της ρίχνουνε
τα ωραία κι ανυποψίαστα παιδιά
(ωραία ακριβώς γιατί είναι ανυποψίαστα)
και λέγοντας ευχαριστώ. Γιατί οι αρκούδες που γεράσανε
το μόνο που έμαθαν να λένε είναι: ευχαριστώ, ευχαριστώ.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου....

Τούτο το σπίτι με πνίγει. Μάλιστα η κουζίνα
είναι σαν το βυθό της θάλασσας.
Τα μπρίκια κρεμασμένα γυαλίζουν σα στρογγυλά,
μεγάλα μάτια απίθανων ψαριών,
τα πιάτα σαλεύουν αργά σαν τις μέδουσες,
φύκια κι όστρακα πιάνονται στα μαλλιά μου
δεν μπορώ να τα ξεκολλήσω ύστερα,
δεν μπορώ ν' ανέβω πάλι στην επιφάνεια
ο δίσκος μου πέφτει απ' τα χέρια άηχος, - σωριάζομαι
και βλέπω τις φυσαλίδες απ' την ανάσα μου ν' ανεβαίνουν,
ν' ανεβαίνουν
και προσπαθώ να διασκεδάσω κοιτάζοντές τες
κι αναρωτιέμαι τι θα λέει αν κάποιος βρίσκεται
από πάνω και βλέπει αυτές τις φυσαλίδες,
τάχα πως πνίγεται κάποιος ή πως ένας δύτης ανιχνεύει τους βυθούς;
Κι αλήθεια δεν είναι λίγες οι φορές που ανακαλύπτω εκεί,
στο βάθος του πνιγμού, κοράλλια και μαργαριτάρια
και θυσαυρούς ναυαγισμένων πλοίων,
απρόοπτες συναντήσεις, και χτεσινά και σημερινά μελλούμενα,
μιαν επαλήθευση σχεδόν αιωνιότητας,
κάποιο ξανάσαμα, κάποιο χαμόγελο αθανασίας, όπως λένε,
μιαν ευτυχία, μια μέθη, κι ενθουσιασμόν ακόμη,
κοράλλια και μαργαριτάρια και ζαφείρια,
μονάχα που δεν ξέρω να τα δώσω όχι τα δίνω,
μονάχα που δεν ξέρω αν μπορούν να τα πάρουν
πάντως εγώ τα δίνω.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου....

Μια στιγμή, να πάρω τη ζακέτα μου.
Τούτο τον άστατο καιρό, όσο να 'ναι, πρέπει να φυλαγόμαστε.
Έχει υγρασία τα βράδια, και το φεγγάρι
δε σου φαίνεται, αλήθεια, πως επιτείνει την ψύχρα;

Άσε να σου κουμπώσω το πουκάμισο τι δυνατό το στήθος σου,
- τι δυνατό φεγγάρι, - η πολυθρόνα, λέω κι όταν σηκώνω
το φλιτζάνι απ' το τραπέζι
μένει από κάτω μιά τρύπα σιωπή, βάζω αμέσως την παλάμη μου επάνω
να μην κοιτάξω μέσα, - αφήνω πάλι το φλιτζάνι στη θέση του,
και το φεγγάρι μια τρύπα στο κρανίο του κόσμου
μην κοιτάξεις μέσα,
έχει μια δύναμη μαγνητική που σε τραβάει μην κοιτάξεις,
μην κοι- τάχτε,
ακούστε με που σας μιλάω θα πέσετε μέσα.
Τούτος ο ίλιγγος ωραίος, ανάλαφρος θα πέσεις, -
ένα μαρμάρινο πηγάδι το φεγγάρι,
ίσκιοι σαλεύουν και βουβά φτερά, μυστιριακές φωνές δεν τις ακούτε;
Βαθύ-βαθύ το πέσιμο,
βαθύ-βαθύ το ανέβασμα,
το αέρινο άγαλμα κρουστό μες στ' ανοιχτά φτερά του,
βαθειά-βαθειά η αμείλικτη ευεργεσία της σιωπής, -
τρέμουσες φωταψίες της άλλης όχθης,
όπως ταλαντεύεσαι μες στο ίδιο σου το κύμα,
ανάσα ωκεανού. Ωραίος, ανάλαφρος
ο ίλιγγος τούτος, - πρόσεξε, θα πέσεις.
Μην κοιτάς εμένα,
εμένα η θέση μου είναι το ταλάντευμα ο εξαίσιος ίλιγγος.
Έτσι κάθε απόβραδο έχω λιγάκι πονοκέφαλο, κάτι ζαλάδες...

Συχνά πετάγομαι στο φαρμακείο απέναντι
για καμμιάν ασπιρίνη,
άλλοτε πάλι βαριέμαι και μένω με τον πονοκέφαλό μου
ν' ακούω μες στους τοίχους τον κούφιο θόρυβο που κάνουν
οι σωλήνες του νερού,
ή ψήνω έναν καφέ, και, πάντα αφηρημένη,
ξεχνιέμαι κ ετοιμάζω δυο ποιος να τον πιει τον άλλον; -
αστείο αλήθεια, τον αφήνω στο περβάζι να κρυώνει
ή κάποτε πίνω και τον δεύτερο, κοιτάζοντας απ' το παράθυρο
τον πράσινο γλόμπο του φαρμακείου
σαν το πράσινο φως ενός αθόρυβου τραίνου
που έρχεται να με πάρει
με τα μαντίλια μου, τα στραβοπατημένα μου παπούτσια,
τη μαύρη τσάντα μου, τα ποιήματα μου,
χωρίς καθόλου βαλίτσες τι να τις κάνεις;
Άφησέ με να έρθω μαζί σου....


Α, φεύγεις; Καληνύχτα. Όχι, δε θα έρθω. Καληνύχτα.
Εγώ θα βγω σε λίγο. Ευχαριστώ. Γιατί, επιτέλους, πρέπει
να βγω απ' αυτό το τσακισμένο σπίτι.
Πρέπει να δω λιγάκι πολιτεία, - όχι, όχι το φεγγάρι
την πολιτεία με τα ροζιασμένα χέρια της,
την πολιτεία του μεροκάματου,
την πολιτεία που ορκίζεται στο ψωμί και στη γροθιά της
την πολιτεία που μας αντέχει στη ράχη της
με τις μικρότητες μας, τις κακίες, τις έχτρες μας,
με τις φιλοδοξίες, την άγνοιά μας και τα γερατειά μας, -
ν' ακούσω τα μεγάλα βήματά της πολιτείας,
να μην ακούω πια τα βήματα σου
μήτε τα βήματα του Θεού, μήτε και τα δικά μου βήματα. Καληνύχτα...

(Το δωμάτιο σκοτεινιάζει. Φαίνεται πως κάποιο σύννεφο θα έκρυψε το φεγγάρι. Μονομιάς, σαν κάποιο χέρι να δυνάμωσε το ραδιόφωνο του γειτονικού μπαρ, ακούστηκε μια πολύ γνωστή μουσική φράση. Και τότε κατάλαβα πως όλη τούτη τη σκηνή τη συνόδευε χαμηλόφωνα η "Σονάτα του Σεληνόφωτος", μόνο το πρώτο μέρος. Ο νέος θα κατηφορίζει τώρα μ' ένα ειρωνικό κι ίσως συμπονετικό χαμόγελο στα καλογραμμένα χείλη του και μ' ένα συναίσθημα απαιλευθέρωσης. Όταν θα φτάσει ακριβώς στον Αη-Νικόλα, πριν κατέβει τη μαρμάρινη σκάλα, θα γελάσει, - ένα γέλιο δυνατό, ασυγκράτητο. Το γέλιο του δε θ' ακουστεί καθόλου ανάρμοστα κάτω απ' το φεγγάρι. Ίσως το μόνο ανάρμοστο να είναι το ότι δεν είναι καθόλου ανάρμοστο. Σε λίγο ο Νέος θα σωπάσει, θα σοβαρευτεί και θα πει: "Η παρακμή μιάς εποχής". Έτσι, ολότελα ήσυχος πια, θα ξεκουμπώσει πάλι το πουκάμισό του και θα τραβήξει το δρόμο του. Όσο για τη γυναίκα με τα μαύρα, δεν ξέρω αν βγήκε τελικά απ το σπίτι. Το φεγγαρόφωτο λάμπει ξανά. Και στις γωνίες του δωματίου οι σκιές σφίγγονται από μιαν αβάσταχτη μετάνοια, σχεδόν οργή, όχι τόσο για τη ζωή, όσο για την άχρηστη εξομολόγηση. Ακούτε; Το ραδιόφωνο συνεχίζει.) ...

Τρίτη, 24 Ιούνιος 2008

Η ΣΟΝΑΤΑ ΤΟΥ ΣΕΛΗΝΟΦΩΤΟΣ-ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ-ΜΕΡΟΣ ΠΡΩΤΟ

(Ανοιξιάτικο βράδυ. Μεγάλο δωμάτιο παλιού σπιτιού. Μια ηλικιωμένη γυναίκα,
ντυμένη στα μαύρα, μιλάει σ' έναν νέο. Δεν έχουν ανάψει φως.
Απ' τα δύο παράθυρα μπαίνει ένα αμείλικτο φεγγαρόφωτο.
Ξέχασα να πω ότι η Γυναίκα με τα Μαύρα έχει εκδώσει δύο-τρεις
ενδιαφέρουσες ποιητικές συλλογές θρησκευτικής πνοής.
Λοιπόν, η Γυναίκα με τα Μαύρα μιλάει στον Νέο):

Άφησέ με να έρθω μαζί σου. Τι φεγγάρι απόψε!
Είναι καλό το φεγγάρι, - δε θα φαίνεται
που άσπρισαν τα μαλλιά μου. Το φεγγάρι
θα κάνει πάλι χρυσά τα μαλλιά μου. Δε θα καταλάβεις.
Άφησέ με να έρθω μαζί σου.

Όταν έχει φεγγάρι μεγαλώνουν οι σκιές μες στο σπίτι,
αόρατα χέρια τραβούν τις κουρτίνες,
ένα δάχτυλο αχνό γράφει στη σκόνη του πιάνου
λησμονημένα λόγια δε θέλω να τ ακούσω. Σώπα.

Άφησε με να έρθω μαζί σου
λίγο πιο κάτου, ως την μάντρα του τουβλάδικου,
ως εκεί που στρίβει ο δρόμος και φαίνεται
η πολιτεία τσιμεντένια κι αέρινη, ασβεστωμένη με φεγγαρόφωτο,
τόσο αδιάφορη κι άυλη
τόσο θετική σαν μεταφυσική
που μπορείς επιτέλους να πιστέψεις
πως υπάρχεις και δεν υπάρχεις
πως ποτέ δεν υπήρξες, δεν υπήρξε ο χρόνος κι η φθορά του.
Άφησε με να έρθω μαζί σου.....

Θα καθίσουμε λίγο στο πεζούλι, πάνω στο ύψωμα,
κι όπως θα μας φυσάει ο ανοιξιάτικος αέρας
μπορεί να φανταστούμε κιόλας πως θα πετάξουμε,
γιατί, πολλές φορές, και τώρα ακόμη,
ακούω τον θόρυβο του φουστανιού μου
σαν τον θόρυβο δύο δυνατών φτερών που ανοιγοκλείνουν,
κι όταν κλείνεσαι μέσα σ αυτόν τον ήχο του πετάγματος
νιώθεις κρουστό το λαιμό σου, τα πλευρά σου, τη σάρκα σου,
κι έτσι σφιγμένος μες στους μυώνες του γαλάζιου αγέρα,
μέσα στα ρωμαλέα νεύρα του ύψους,
δεν έχει σημασία αν φεύγεις ή αν γυρίζεις
κι ούτε έχει σημασία που άσπρισαν τα μαλλιά μου,
(δεν είναι τούτο η λύπη μου η λύπη μου
είναι που δεν ασπρίζει κι η καρδιά μου).
Άφησε με να έρθω μαζί σου

Το ξέρω πως καθένας μοναχός πορεύεται στον έρωτα,
μοναχός στη δόξα και στο θάνατο.
Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί.
Άφησε με να έρθω μαζί σου....

Τούτο το σπίτι στοίχειωσε, με διώχνει θέλω να πω έχει παλιώσει
πολύ, τα καρφιά ξεκολλάνε,
τα κάδρα ρίχνονται σα να βουτάνε στο κενό,
οι σουβάδες πέφτουν αθόρυβα
όπως πέφτει το καπέλο του πεθαμένου
απ' την κρεμάστρα στο σκοτεινό διάδρομο
όπως πέφτει το μάλλινο τριμμένο γάντι της σιωπής
απ' τα γόνατά της
ή όπως πέφτει μιά λουρίδα φεγγάρι στην παλιά,
ξεκοιλιασμένη πολυθρόνα.

Κάποτε υπήρξε νέα κι αυτή, - όχι η φωτογραφία που κοιτάς
με τόση δυσπιστία
λέω για την πολυθρόνα, πολύ αναπαυτική,
μπορούσες ώρες ολόκληρες να κάθεσαι
και με κλεισμένα μάτια να ονειρεύεσαι ό,τι τύχει
- μιάν αμμουδιά στρωτή, νοτισμένη, στιλβωμένη από φεγγάρι,
πιο στιλβωμένη απ' τα παλιά λουστρίνια μου που κάθε μήνα τα δίνω
στο στιλβωτήριο της γωνίας,
ή ένα πανί ψαρόβαρκας που χάνεται στο βάθος
λικνισμένο απ' την ίδια του ανάσα,
τριγωνικό πανί σα μαντίλι διπλωμένο λοξά μόνο στα δύο
σα να μην είχε τίποτα να κλείσει ή να κρατήσει
ή ν' ανεμίσει διάπλατο σε αποχαιρετισμό.
Πάντα μου είχα μανία με τα μαντίλια,
όχι για να κρατήσω τίποτα δεμένο,
τίποτα σπόρους λουλουδιών ή χαμομήλι μαζεμένο
στους αγρούς με το λιόγερμα
ή να το δέσω τέσσερις κόμπους σαν το αντικρινό γιαπί
ή να σκουπίζω τα μάτια μου, - διατήρησα καλή την όρασή μου,
ποτέ μου δεν φόρεσα γυαλιά. Μιά απλή ιδιοτροπία τα μαντίλια....

Τώρα τα διπλώνω στα τέσσερα, στα οχτώ, στα δεκάξι
ν' απασχολώ τα δάχτυλά μου. Και τώρα θυμήθηκα
πως έτσι μετρούσα τη μουσική σαν πήγαινα στο Ωδείο
με μπλε ποδιά κι άσπρο γιακά, με δύο ξανθές πλεξούδες
- 8, 16, 32, 64, -
κρατημένη απ' το χέρι μιας μικρής φίλης μου ροδακινιάς
όλο φως και ροζ λουλούδια,
(συγχώρεσέ μου αυτά τα λόγια κακή συνήθεια) 32, 64, -
κι οι δικοί μου στήριζαν μεγάλες ελπίδες στο μουσικό μου τάλαντο.
Λοιπόν, σου λεγα για την πολυθρόνα
ξεκοιλιασμένη φαίνονται οι σκουριασμένες σούστες, τα άχερα
έλεγα να την πάω δίπλα στο επιπλοποιείο,
μα που καιρός και λεφτά και διάθεση τι να πρωτοδιορθώσεις; -
έλεγα να ρίξω ένα σεντόνι πάνω της, - φοβήθηκα
τ' άσπρο σεντόνι σε τέτοιο φεγγαρόφωτο. Εδώ κάθισαν
άνθρωποι που ονειρεύτηκαν μεγάλα όνειρα,
όπως κι εσύ κι όπως κι εγώ άλλωστε,
και τώρα ξεκουράζονται κάτω απ' το χώμα
δίχως να ενοχλούνται απ' τη βροχή ή το φεγγάρι.
Άφησε με να έρθω μαζί σου...

Θα σταθούμε λιγάκι στην κορφή της μαρμάρινης σκάλας του Αϊ-Νικόλα,
ύστερα εσύ θα κατηφορίσεις κι εγώ θα γυρίσω πίσω
έχοντας στ' αριστερό πλευρό μου τη ζέστα
απ' το τυχαίο άγγιγμα του σακακιού σου
κι ακόμη μερικά τετράγωνα φώτα από μικρά συνοικιακά παράθυρα
κι αυτή την πάλλευκη άχνα απ' το φεγγάρι
που 'ναι σα μια μεγάλη συνοδεία ασημένιων κύκνων
και δε φοβάμαι αυτή την έκφραση, γιατί εγώ
πολλές ανοιξιάτικες νύχτες συνομίλησα
άλλοτε με το Θεό που μου εμφανίστηκε
ντυμένος την αχλύ και την δόξα ενός τέτοιου σεληνόφωτος,
και πολλούς νέους, πιο ωραίους κι από σένα ακόμη, του εθυσίασα,
έτσι λευκή κι απρόσιτη ν' ατμίζομαι μες στη λευκή μου φλόγα,
στη λευκότητα του σεληνόφωτος,
πυρπολημένη απ' τ' αδηφάγα μάτια των αντρών
κι απ' τη δισταχτικήν έκσταση των εφήβων,
πολιορκημένη από εξαίσια, ηλιοκαμένα σώματα,
άλκιμα μέλη γυμνασμένα στο κολύμπι, στο κουπί, στο στίβο,
στο ποδόσφαιρο (που έκανα πως δεν τα 'βλεπα)
- ξέρεις, καμιά φορά, θαυμάζοντας, ξεχνάς, ό,τι θαυμάζεις,
σου φτάνει ο θαυμασμός σου, -
θε μου, τι μάτια πάναστρα, κι ανυψωνόμουν
σε μιαν αποθέωση αρνημένων άστρων
γιατί, έτσι πολιορκημένη απ' έξω κι από μέσα,
άλλος δρόμος δε μου 'μενε παρά μονάχα
προς τα πάνω ή προς τα κάτω.
- Όχι, δε φτάνει.
Άφησε με να έρθω μαζί σου ...

Το ξέρω η ώρα είναι πια περασμένη. Άφησέ με,
γιατί τόσα χρόνια, μέρες και νύχτες και πορφυρά μεσημέρια,
έμεινα μόνη, ανένδοτη, μόνη και πάναγνη,
ακόμη στη συζυγική μου κλίνη πάναγνη και μόνη,
γράφοντας ένδοξους στίχους στα γόνατα του Θεού,
στίχους που, σε διαβεβαιώ, θα μένουνε
σα λαξευμένοι σε άμεμπτο μάρμαρο
πέρα απ' τη ζωή μου και τη ζωή σου,
πέρα πολύ. Δε φτάνει.
Άφησε με να έρθω μαζί σου.

Τούτο το σπίτι δε με σηκώνει πια.
Δεν αντέχω να το σηκώνω στη ράχη μου.
Πρέπει πάντα να προσέχεις, να προσέχεις,
να στεριώνεις τον τοίχο με το μεγάλο μπουφέ
να στεριώνεις τον μπουφέ με το πανάρχαιο σκαλιστό τραπέζι
να στεριώνεις το τραπέζι με τις καρέκλες
να στεριώνεις τις καρέκλες με τα χέρια σου
να βάζεις τον ώμο σου κάτω απ' το δοκάρι που κρέμασε.
Και το πιάνο, σα μαύρο φέρετρο κλεισμένο. Δε τολμάς να τ' ανοίξεις.
Όλο να προσέχεις, να προσέχεις, μην πέσουν, μην πέσεις. Δεν αντέχω.
Άφησε με να έρθω μαζί σου.....

Τούτο το σπίτι, παρ όλους τους νεκρούς του,
δεν εννοεί να πεθάνει.
Επιμένει να ζει με τους νεκρούς του
να ζει απ' τους νεκρούς του
να ζει απ' τη βεβαιότητα του θανάτου του
και να νοικοκυρεύει ακόμη τους νεκρούς του
σ' ετοιμόρροπα κρεββάτια και ράφια.
Άφησε με να έρθω μαζί σου.

Εδώ, όσο σιγά κι αν περπατήσω μες στην άχνα της βραδιάς,
είτε με τις παντούφλες, είτε ξυπόλυτη,
κάτι θα τρίξει, - ένα τζάμι ραγίζει ή κάποιος καθρέφτης,
κάποια βήματα ακούγονται, - δεν είναι δικά μου.
Έξω, στο δρόμο μπορεί να μην ακούγονται τούτα τα βήματα, -
η μεταμέλεια, λένε, φοράει ξυλοπάπουτσα, -
κι αν κάνεις να κοιτάξεις σ' αυτόν ή τον άλλον καθρέφτη,
πίσω απ' την σκόνη και τις ραγισματιές,
διακρίνεις πιο θαμπό και πιο τεμαχισμένο το πρόσωπό σου,
το πρόσωπο σου που άλλο δε ζήτησες στη ζωή παρά να το κρατήσεις
καθάριο κι αδιαίρετο.

Τα χείλη του ποτηριού γυαλίζουν στο φεγγαρόφωτο
σαν κυκλικό ξυράφι πώς να το φέρω στα χείλη μου;
όσο κι αν διψώ, - πως να το φέρω; - Βλέπεις;
έχω ακόμη διάθεση για παρομοιώσεις, - αυτό μου απόμεινε,
αυτό με βεβαιώνει ακόμη πως δεν λείπω.
Άφησε με να έρθω μαζί σου....

Παρασκευή, 20 Ιούνιος 2008

πάντα όλα για τα παιδιά....


Είμαι ένας άνθρωπος που δεν αγαπά τις ταραχές και τους τσακωμούς, στη ζωή μου όμως μερικές φόρες δεν τη γλύτωσα αναγκαστικά να βγω και εγώ εκτός εαυτού άσχημες εμπειρίες μετά νοιώθω κουρασμένη πολύ και έχω και τύψεις γιατί δεν κατάφερα να συγκρατηθώ και να μην φωνάξω, σκέπτομαι πάλι και πάλι αυτά που είπα μήπως μπορούσα να τα πω διαφορετικά και γενικά βασανίζομαι χωρίς λόγο γιατί τα λογία δεν μαζεύονται όταν τα πεις πάει........
Κάτι τέτοιο έγινε και σήμερα με φτιάσανε στα όρια μου και τα είπα χύμα και με ένταση και τώρα είμαι χάλια κουρασμένη αλλά έχω μια καλή δικαιολογία ότι είπα ήταν για υπερασπιστώ τα παιδιά μου, να υπερασπιστώ τα παιδιά μου απέναντι σε ένα άτομο που έπρεπε να τα υπερασπίζετε πιο πολύ από έμενα αλλά δυστυχώς είναι τόσο ανώριμος και εαυτούλης που τα χρησιμοποιεί όπως μονό αυτός ξέρει να κάνει........
Κρατούσα ισορροπίες λεπτές εδω και πολλά χρόνια με επιπτώσεις στην υγεία μου αλλά δεν με πείραζε αφού τα παιδιά μου ήταν καλά, τώρα όμως μεγάλωσαν και η λογική του εν λόγο άτομου λέει πως πρέπει να ξεπληρώσουν ότι έκανε εκείνος για να τα μεγαλώσει δεν υπάρχει λόγος να κάνουν κάτι άλλο, πρέπει να δεθούν μαζί του και να τραβήξουν τον μονόδρομο που τράβηξε εκείνος αφού ήταν δειλός να κάνει μια άλλη επιλογή αν ίσως κάποτε ήθελε ή σκέφτηκε..........
Τα παιδιά έχουν το δικαίωμα να επιλέξουν τη ζωή τους και δεν είναι υποχρεωμένα να του ξεπληρώσουν τίποτα εκείνος έχει μονό υποχρεώσεις απέναντι τους όπως κάθε σωστός γονιός δεν μπορεί να λέει στα 48 του κουραστικά και περίμενα τα παιδιά να με ξεκουράσουν, ειλικρινά είναι ο πρώτος γονιός που συναντώ και είναι δυστυχισμένος γιατί ο γιος του σπουδάζει ΑΣΟΕΕ και εργάζεται και στη επιχείρηση του μπαμπά του ......


Ήταν ο μοναδικός όταν πριν δυο χρόνια το παιδί πέρασε στη σχολή που δεν του είπε ούτε καν ένα μπράβο, τη στιγμή που άλλοι γονείς έπαιρναν δάνεια να στείλουν φροντιστήρια τα παιδιά τους και έκαναν θυσίες για να μπουν σε μια σχολή.
Και εκεί το ξεπεράσαμε κάπως, το πρόβλημα είναι με τον μικρότερο που θέλει και εκείνος να σπουδάσει τον έχει πρεσάρει τόσο πολύ που αυτές τις μέρες ο μικρός έκανε κρίσεις πανικού, σημείωση και αυτός εργάζεται πλήρες ωράριο, και όχι μονό είναι το δεξί του χέρι σε ότι εκείνος δεν είναι ικανός να κάνει όπως να περιθάλπει ένα ετοιμοθάνατο παππού να είναι δεξί χέρι της γιαγιάς σε ότι και αν θελήσει και δεν λέω να μη τα κάνει καλά κάνει και βοηθά όπου μπορεί αλλά όχι να του απαγορεύει να κοιτάξει και το μέλλον που πραγματικά θέλει
Ξέρω επίσης ότι οι δουλείες στην εποχή μας είναι δύσκολες και πολλοί πτυχιούχοι δεν βρίσκουν δουλείες και κάνουν οτιδήποτε άλλο και εμείς εδω κλοτσάμε κοτζάμ επιχειριση θα μας πουν και αχάριστους μα ποιος είπε ότι αν τα παιδιά σπουδάσουν δεν θα γύριζαν στην επιχείρηση του πατερά τους τα ρωτήσαμε;

Σήμερα ξέφυγε δε τελείως με κατηγόρησε στο μεγάλο μου γιο, γιατί έχω αρρωστήσει και δεν μπορώ να εργαστώ και είναι αναγκασμένος να βοηθά οικονομικά, ξεχνά ότι ήμουν έγκυος όταν έμαθα για τον τρελό του ερώτα και έτσι ξεκίνησε πριν τόσα χρόνια η ασθένεια μου ,ξεχνά ότι από το καλοκαίρι πέρυσι στάθηκα και πάλι κοντά στην οικογένεια του που πέρασε μεγάλο κακό μέχρι τα Χριστούγεννα που δεν άντεξα και η ασθένεια μου με θυμήθηκε δριμύτερη, ναι ίσως φταίω γιατί είμαι ευαίσθητη και λυγίζω αλλά δεν φταίω αν αρρωσταίνω και έξαλλου αν ήταν ένας απλός μισθωτός δεν θα δεχόμουν να με βοηθά όπως θέλει να λέει αλλά νομίζω ότι απλός δίνει μια νόμιμη διατροφή αφού τα παιδιά ακόμα σπουδάζουν και ζουν μαζί μου δεν έχω σπίτι ζούμε στο νοίκι...........
Έτσι έφτασε ο κόμπος στο χτένι ο μικρός με κρίση πανικού, ο μεγάλος μέσα στην εξεταστική να δουλεύει και να ακούει και γκρίνια δεν άντεξε ήρθε για πρώτη φορά και μου μίλησε, ε και εγώ άνθρωπος είμαι πήρα τηλέφωνο και γκρέμισα κάθε καλή ισορροπία κάθε θυσία που κάνω όλα αυτά τα χρόνια για μια καλή σχέση για τα παιδιά ........... όλα πάντα για τα παιδιά .........

Πέμπτη, 19 Ιούνιος 2008

Χωριό.


Γεννήθηκα στην Αθήνα από γονείς επίσης γεννημένους στην Αθήνα και που οι γονείς τους ήρθαν από Μ.Ασια πρόσφυγες, και τι σημαίνει όλο αυτό; απλό δεν έχω χωριό............ μεγάλο σαράκι και σας παρακαλώ μη γελάτε ο καθένας με τον κάλο του και εγώ με το χωριό, το σπιτάκι με το κηπάκο πίσω και τα λίγα ζαρζαβατικά που θα είχα φυτέψει με τα χεράκια μου, στις κοτούλες ίσως κολλούσα λίγο αλλά είμαι πεισματάρα κάπως θα τα βόλευα .
Από πολύ μικρή άρχισα να αναρωτιέμαι γιατί δεν έχω χωριό όπως τα περισσότερα παιδιά στο δημοτικό που έφευγαν κάθε Χριστούγεννα, Πάσχα και διακοπές το καλοκαίρι να πάνε στο χωριό στη γιαγιά στο παππού, και όλα αυτά μέχρι τα οχτώ μου χρόνια που ο αδελφός της μαμάς μου παντρεύτηκε μια κοπέλα με χωριό από την Β. Εύβοια εκεί χωρίς ιδιαίτερη πρόσκληση αποφάσισα να πολιτογραφηθώ έστω και στη θεωρία.
Να σκεφτείτε ότι τότε ήμουν και μικρή και δεν είχα καταλάβει ακόμα την αντιπάθεια μου στη πόλη και στους ρυθμούς της .
Τώρα ένοιωθα ότι είχα χωριό, με έπαιρναν συχνά μαζί τους ειδικά όταν έκαναν και τα ξαδέλφια μου ήμουν η επίσημη νταντά τους άλλο που δεν ήθελα αφού πάντα λάτρευα τα μωρά .
Το καλοκαίρι το περίμενα πια πως και πως είχα γνωρίσει και άλλα παιδιά της ηλικίας μου και περίμενα να τους συναντήσω και γενικά απολάμβανα όλα τα καλά και αγαθά του χωρίου και της εξοχής.
Μεγαλώνοντας άρχισα να συνειδητοποιώ ότι ενώ είμαι παιδί της πόλης δεν μου άρεσε τίποτα σε αυτή , όσοι με άκουγαν να το λέω και είχαν γεννηθεί σε χωριό ή είχαν ζήσει κουνούσαν συγκαταβατικά το κεφάλι ή έλεγαν δεν ξέρει τι σημαίνει χωριό, απομόνωση, κλειστή κοινωνία, κουτσομπολιό, έλλειψη ελευθερίας κινήσεως , δεν απαντούσα δεν είχα να πω και πολλά καλοκαιριά περνούσα στο χωριό ξέγνοιαστα, χειμώνα πήγαινα τριήμερα, ναι δεν είχα ζήσει δεν ήξερα αλλά με γοήτευε η ηρεμία που χαρίζει η φύση, το ότι βγαίνοντας από το σπίτι δεν θα βρεθείς ανάμεσα σε ξένους απρόσωπους γείτονες αλλά σε ανθρώπους που οι περισσότεροι έχουν μια συγγένεια ή κουμπαριά μεταξύ τους .
Και τότε το σκέφτηκα, τι πιο απλό όταν θα ερχόταν η ώρα να παντρευτώ θα έβρισκα κάποιον με χωριό και αν ζούσαμε και στο χωριό του ακόμα καλύτερα το τέλειο αν ήταν από τα αγαπημένα μέρη της Β. Εύβοιας, όλα τα είχα σκεφτεί και ήμουν ικανοποιημένη. Μονό μια λεπτομέρεια όταν τα σκεφτόμουν όλα αυτά ήμουν δεκαπέντε ετών.
Δυο χρόνια αργότερα γνώρισα τον πρώην σύζυγο με καταγωγή από Κρήτη αλλά καμία σχέση με χωριά και επαρχίες ο έρωτας με έκανε και ξέχασα τα όνειρα για το χωριό.
Το σαράκι όμως υπάρχει ακόμα και τώρα στα 43 μου θα ήθελα να έχω ένα χωριό να πάω να εγκατασταθώ δεν αντέχετε πια η Αθήνα ,επί 43 χρόνια δεν είδα έξαλλου να εκμεταλλεύομαι την μεγαλούπολη όπως επιθυμούν οι άνθρωποι της επαρχίας αντιθέτως πιο πολύ θα διασκέδαζα σε τοπικές γιορτές και πανηγύρια ή σε σπιτικές εορτές φίλων και συγγενών παρά σε μεγάλες πίστες ,θέατρα και κινηματόγραφους που πήγα βέβαια πιο νέα αλλά ποτέ δεν ήταν ο αγαπημένος τρόπος διασκέδασης μου.
Υπάρχει πάντα το όμορφο χωριό στη Β. Εύβοια τώρα πια οι θειοι μου έχουν φτιάξει και δικό τους σπίτι και μοιράζονται τη ζωή τους μεταξύ Αθήνας και χωρίου μια που είναι συνταξιούχοι αλλά έχουν και τα ξαδέλφια μου εδω που ακόμα δεν έχουν κάνει δίκες τους οικογένειες.
Είναι λίγο δύσκολο αλλά όχι ακατόρθωτο και για μένα να φύγω, τα παιδιά μου δεν μπορώ να τα υποχρεώσω να με ακολουθήσουν ο μεγάλος μου γιος σπουδάζει ΑΣΟΕΕ τελειώνει το τέταρτο εξάμηνο όποτε δεν μπορεί να φύγει από Αθήνα.
Ο μικρότερος πάλι γιος εκεί που είχε αποφασίσει να μη σπουδάσει και να ακολουθήσει τον πατερά του στη οικογενειακή επιχείρηση άλλαξε γνώμη και άρχισε να προετοιμάζετε για να δώσει σε σχολή και να σπουδάσει ,ίσως ο ένας χρόνος που έμεινε διπλά στον πατερά του να τον έπεισε ότι δεν του αρέσει το αντικείμενο της επιχείρησης, που το κόβω χλωμό, είτε δεν καταφέρνει να τα βρει και να συνυπάρξει με τον πατερά του ( το πιο πιθανό ) .
Όλα αυτά είναι ανασταλτικοί παράγοντες αυτή την εποχή για μένα να αλλάξω τόπο και τρόπο ζωής κάτι που είμαι βέβαιη ότι θα βοηθούσε πολύ και στη πρόοδο της υγείας μου, αλλά πάνω από όλα είμαι μητέρα και πρέπει να είμαι εδω όσο με χρειάζονται και να παλεύω με τα δικά μου θέλω για το δικό τους μέλλον.
Το χωριό όμως είναι στόχος δεν το ξεχνώ.

Τετάρτη, 18 Ιούνιος 2008

“Αργοπεθαίνει...” Pablo Neruda

Αργοπεθαίνει όποιος γίνεται σκλάβος της συνήθειας, επαναλαμβάνοντας κάθε μέρα τις ίδιες διαδρομές,
όποιος δεν αλλάζει περπατησιά, όποιος δεν διακινδυνεύει και δεν αλλάζει χρώμα στα ρούχα του, όποιος
δεν μιλεί σε όποιον δεν γνωρίζει.

Αργοπεθαίνει όποιος αποφεύγει ένα πάθος, όποιος προτιμά το μαύρο
για το άσπρο και τα διαλυτικά σημεία στο " ι " αντί
ενός συνόλου συγκινήσεων που κάνουν να λάμπουν τα μάτια,
που μετατρέπουν ένα χασμουργητό σε ένα χαμόγελο, που κάνουν
την καρδιά να κτυπά στο λάθος και στα συναισθήματα.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν αναποδογυρίζει το τραπέζι, όποιος δεν είναι
ευτυχισμένος στη δουλειά του, όποιος δεν διακινδυνεύει τη βεβαιότητα
για την αβεβαιότητα για να κυνηγήσει ένα όνειρο, όποιος δεν επιτρέπει
στον εαυτό του τουλάχιστον μια φορά στη ζωή του να αποφύγει τις εχέφρονες συμβουλές.

Αργοπεθαίνει όποιος δεν ταξιδεύει,
όποιος δεν διαβάζει, όποιος δεν ακούει μουσική, όποιος δεν βρίσκει
σαγήνη στον εαυτό του.

Αργοπεθαίνει όποιος καταστρέφει
τον έρωτά του, όποιος δεν επιτρέπει
να τον βοηθήσουν, όποιος περνάει
τις μέρες του παραπονούμενος για
τη τύχη του ή για την ασταμάτητη
βροχή.

Αργοπεθαίνει όποιος εγκαταλείπει
μια ιδέα του πριν την αρχίσει, όποιος
δεν ρωτά για πράγματα που δεν γνωρίζει.

Αποφεύγουμε τον θάνατο σε μικρές
δόσεις, όταν θυμόμαστε πάντοτε ότι
για να είσαι ζωντανός χρειάζεται μια
προσπάθεια πολύ μεγαλύτερη από
το απλό γεγονός της αναπνοής.

Μόνο η ένθερμη υπομονή θα οδηγήσει
στην επίτευξη μιας λαμπρής ευτυχίας.


( Μετάφραση από Ιταλική δημοσίευση:
Βασίλη Χατζηγιάννη )
Μου το έστειλε πριν μερικές μέρες ένα φιλαράκι από Κρήτη το nick του ataka σε ευχαριστώ φιλέ Κωνσταντίνε

Δευτέρα, 16 Ιούνιος 2008

Ποιος με βάφτισε σε θολό νερό

Απόψε πώς θα κοιμηθώ
πρώτη φορά δεν είσαι εδώ
Πού κρύφτηκε ο ήλιος σου
πού έσβησε ο ίσκιος σου

Ποιος με βάφτισε σε θολό νερό
και μου κάνει δώρο ξύλινο σταυρό
Ποιος δεν ήθελε να χαμογελώ
και τα δυο σου μάτια να μην ξαναδώ

Σου έστειλα με το νοτιά
την αγκαλιά μου, ζεστασιά
να μην κρυώνεις και να βρεις
σημάδια της επιστροφής

Ποιος με βάφτισε σε θολό νερό
και μου κάνει δώρο ξύλινο σταυρό
Ποιος δεν ήθελε να χαμογελώ
και τα δυο σου μάτια να μην ξαναδώ

Απόψε πώς θα κοιμηθώ
πρώτη φορά δεν είσαι εδώ


Στίχοι: Μαρία Μουγιακάκου
Μουσική: Χρήστος Παπαδόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Δημήτρης Μητροπάνος

Από το σίριαλ<< Για την κάρδια ενός αγγέλου>>

Πέμπτη, 12 Ιούνιος 2008

πονος


εμείς οι άνθρωποι λέμε υποτιμητικά κοίτα σα ζώα φέρονται...... εδώ τι έχουμε να πούμε; πως μπορώ να σχολιάσω τον εμφανή πόνο του συνοδοιπόρου στο δρόμο, του φίλου που χάνετε ;και οι άνθρωποι τι κάνουν άπλα φωτογραφίζουν; γιατί όμως;

Τετάρτη, 11 Ιούνιος 2008

Κουράστηκα.







Κουράστηκα....
Κάνω τον καραγκιόζη και υπομονή αρκετούς μήνες, περιμένοντας να αποδώσει η θεραπεία μου έχω, καταπιεί ένα κάρο κορτιζόνη σε χάπια και έχω κάνει άλλη τόση σε τοπική θεραπεία
Έχω φουσκώσει σα μπαλόνι τα μάγουλα μου είναι σαν να έχω βάλει από μέσα μπαμπάκι και με ενοχλούν
Έχουν γεμίσει και τρίχες που ο γιατρός είπε θα φύγουν
Και αυτά είναι τα ανώδυνα η μέση μου δεν με κρατεί η λεκάνη μου και οι γλουτοί μου τρέμουν αν σταθώ λίγο παραπάνω όρθια είναι και από τα κιλά αλλά κυρίως παρενέργειες της κορτιζόνης .
Δημιουργεί λέει μυϊκή αδυναμία
Εννοείτε ότι παίρνω κι άλλα φάρμακα έχω και ένα μπλοκάκι διπλά μου μη και ξεχαστώ σημειώνω τι ήπια και τι ώρα .
Όταν μου μείωσαν την κορτιζόνη υποτροπίασα και ο γιατρός μου πρότεινε μια άλλη θεραπεία
Η νέα ουσία που θα έπαιρνα λέγετε azathioprine
Ο γιατρός με ενημέρωσε ότι είναι ένα δυνατό αλλά καλό φάρμακο που όμως έχει πολλές παρενέργειες
Είναι ανοσοκατασταλτικο έτσι θα ήμουν επιρρεπείς από απλές ιώσεις μέχρι παγκρεατίτιδα ηπατίτιδα πνευμονία ακόμα και για λεμφώματα μου μίλησε σε πολύ ελάχιστο ποσοστό αλλά υπαρκτό
Ακόμα θα άρχιζε να λειτουργεί σε 17 περίπου εβδομάδες, και σε αυτό το διάστημα θα έπαιρνα κορτιζόνη που θα ελάττωνα στάδια καθώς θα ανέβαζα την αzathioprine
Και κάθε 15 μέρες ένα κάρο εξετάσεις αίματος να προλάβουμε αν κάτι δεν πάει καλά
Το πρόβλημα υγείας μου έχει ψυχολογική βάση και πρέπει να είμαι ήρεμη να αποφεύγω τα άγχη και τις κακοτοπιές
Και τώρα μου έβαζε ένα τεράστιο άγχος με αυτό το φάρμακο
Δεν έχουμε άλλες επιλογές μου είπε, με την κορτιζόνη έχω κάνει εξάρτηση και όταν την ελαττώνω υποτροπιάζω
Έξαλλου ούτε από αυτή μπορώ να παίρνω πολύ καιρό ακόμα έχει και αυτή παρενέργειες πολλές
Και βασικό για μένα που έχω και κατάθλιψη κάνει λέει μανιοκατάθλιψη άντε βρε να ανέβω και εδω κάνα σκαλοπάτι μην υστερήσω. Δημιουργεί και οστεοπόρωση χμμμ δεν θυμάμαι τι άλλο ........
Οι δυνάμεις είναι χαμηλές ο αιματοκρίτης μου ευτυχώς κρατεί σταθερά στα κατώτερα φυσιολογικά το σίδηρο όμως και η φεριτινη μου δεν πάνε καλά.
Δεν ξεκίνησα την θεραπεία άλλαξα γιατρό που μόλις κατάλαβε ότι είμαι αρνητική με το νέο φάρμακο μου είπε ας το παλέψουμε με κορτιζόνη κάνα μηνά ακόμα, από χάπια τα ίδια στην ανώτερη πάλι δόση και τοπική θεραπεία μην ξεχνιόμαστε
και σε 20 μέρες εξετάσεις τις γνωστές και βλέπουμε
ΥΠΟΜΟΝΗ

Δευτέρα, 9 Ιούνιος 2008

Μάτια δίχως λογική


Είναι τα μάτια ένας σου διάδρομος παλιός

δάκρυα πνιγμένα ξεφλουδίζουνε τους τοίχους

που ένας ένοικος αθόρυβος κρυφός

αντί συνθήματα ζωγράφισε με στίχους


Πιο μέσα υπάρχουν τα σκαλιά που οδηγούν

σ’ ένα υπόγειο με παιχνίδια χαλασμένα

όσα οι άνθρωποι βαριούνται και ξεχνούν

μετά την χρήση τα φορτώνουνε σε σένα


Μου λες τα μάτια σου να μην τα αγαπώ

και να μην πάψω να πιστεύω στα δικά μου

μα αυτά τα μάτια όπου χαθώ κι όπου βρεθώ

τα έχω πίσω μου και μέσα και μπροστά μου

Μέσα στην ίριδα ανάβει μια φωτιά

που κάθε άστεγο και άνεργο ζεσταίνει

κι η καλοσύνη τους απλώνει σαν λαδιά

να μαλακώσει μιαν ανάγκη πετρωμένη

Σ’ αυτά τα μάτια δεν υπάρχει λογική

όσο βαθιά κι αν τα κοιτάζω μ’ αγαπούνε

της ιστορίας πυρπολούν τη φυλακή

στα παραμύθια και στ’ αστέρια να με βρούνε




Μαχαιρίτσας Λαυρέντης

Μουσική/Στίχοι: Μαχαιρίτσας Λαυρέντης/Σούσης Ισαάκ

Σάββατο, 7 Ιούνιος 2008

Χωρίς λόγια......













Πέμπτη, 5 Ιούνιος 2008

Γνωριμίες!



Την τρίτη το πρωί γνώρισα μια κυρία που μιλάμε τέσσερις μήνες στο chat και msn, εκείνη ζει Αυστραλία και το βρήκα άδικο να μην καταφέρναμε να συναντηθούμε μια που ήρθε Ελλάδα. Είναι όμορφο να βλέπεις από κοντά άτομα που μιλάς μαζί τους από ιντερνέτ, έστω και αν έχεις δει φωτογραφία δεν είναι το ίδιο με το να συνομιλήσεις μαζί τους πρόσωπο με πρόσωπο και να ανακαλύψεις αν όλα αυτά που έχεις καταλάβει γι’ αυτό το άτομο είναι αληθινά ή πίσω από το γυαλί του μόνιτορ τελικά κρυβόταν ένα άλλο πρόσωπο.
Η vivian έτσι είναι το nickname που χρησιμοποιεί ήταν ότι είχα φανταστεί μια μητέρα, σύζυγος και εργαζομένη που έχει ανάγκη να έχει επαφή με κάθε τρόπο με Ελλάδα ήπιαμε το καφέ και σχολιάσαμε λίγο αλλά nick που μιλάμε καθημερινά και μετά την άφησα και της ευχήθηκα καλές διακοπές, γιατί έχει διακοπές μπροστά της και οργανωμένες πολύ όμορφα.
Και χτες συνάντησα αλλά τρία άτομα που και με αυτούς μιλώ στο chat δυο άντρες και μια γυναίκα .
Την I_real όπως είναι το nick της την έβλεπα δεύτερη φορά μια γυναίκα δυναμική και πολυάσχολη με χιούμορ πηγαίο, ο Τhodoris47 είναι πολύ νέος συνομιλητής για μένα με ένα μόνιμο καλοπροαίρετο χαμόγελο στο πρόσωπο και χιούμορ διακριτικό και ο Ιanos που τον γνώριζα μέσα από chat από 2003 αλλά δεν τον είχα συναντήσει ποτέ με ύφος σοβαρό αρχικά που σε κάνει να αναρωτιέσαι, είναι το ετοιμόλογο άτομο που πεταει τις πανέξυπνες ατάκες στο room και γελάμε με την ψυχή μας, δεν με άφησε να αναρωτιέμαι και πολύ γιατί αν και μιλούσε χαμηλόφωνα δεν άργησα να αναγνωρίσω στα λεγόμενα του τον γνωστό Iano.


Αυτή που πραγματικά μου λείψε και θα ήθελα να είναι μαζί και να γνωρίσω είναι η Εlenathess αλλά όπως λέει και το nick της είναι Θεσσαλονίκη οπότε δύσκολο, εύχομαι Λενάκι γλυκό να συναντηθούμε γρήγορα
Λοιπόν φιλαράκια μου σας ευχαριστώ για την όμορφη παρεουλα που κάνουμε και στο chat αλλά και για το όμορφο βράδυ που πέρασα μαζί σας.


Τρίτη, 27 Μάϊος 2008

Παλίρροια!!!!!!!!


¨Παλίρροια¨

στίχοι: Άλκης Αλκαίος

μουσική: Σωκράτης Μάλαμας


Η Γη μια σβούρα στ' ουρανού τα πλάτη

Γυρίζει στον αρχέγονο χορό

Σπασμένη η πυξίδα μου καιρό

Κι εγώ αφήνομαι στου Ζέφυρου την πλάτη


Σ' ένα πατάρι πελαγοδρομώ

Δεν είναι η μοναξιά που με πειράζει

Τις Συμπληγάδες του καπνού περνώ

Να ζαλιστώ με κάποια που σου μοιάζει


Στο ξόδεμα

Τη λύτρωση ζητώ

Σε δρόμους που τρελαίνεται το αίμα

Λέω τη νύχτα μέρα

Και το πικρό γλυκό

Πυξίδα μου ένα χαμένο βλέμμα


Παίζει τραγούδια με παράφορα φεγγάρια

Ζούμε στο ψέμα όπως στο νερό τα ψάρια

Μηνύματα μη στέλνεις λυπημένα

Αύριο θα δεις πως μας κερδίζουν τα χαμένα


Μου λες να βάλω τη ζωή μου σε μια τάξη

Μα ποιος στ' αλήθεια ορίζει την τροχιά του

Η αταξία είναι τ' ουρανού η τάξη

Κι εγώ ανασταίνομαι στο γύρο του θανάτου


Στο ξόδεμα

Τη λύτρωση ζητώ

Σε δρόμους που τρελαίνεται το αίμα

Λέω τη νύχτα μέρα

Και το πικρό γλυκό

Πυξίδα μου ένα χαμένο βλέμμα

(Μου το έστειλε ο γιος με e mail και έγραφε σου βρήκα τραγούδι ένα πολύ γλυκό δώρο δεν συμφωνείτε? ευχαριστώ Δημήτρη)

Περί φόντου.......



Λίγο πολύ αυτή είναι η ζωή μου μέχρι σήμερα, τώρα κάθομαι πάλι σπίτι δεν εργάζομαι δεν μπορώ να εργαστώ κανονικά με τα προβλήματα υγείας που έχω, μπορεί να μην είναι πολύ σοβαρά αλλά μαζεύονται και όλα μαζί δεν με αφήνουν να λειτουργώ φυσιολογικά.
Είμαι όμως άνθρωπος που δεν του αρέσει η απραξία έτσι ασχολούμαι πάλι με το εργόχειρο κεντώ και πλέκω κατόπιν παραγγελίας, υπάρχουν ακόμα γυναίκες που τους αρέσουν τα εργόχειρα και φτιάχνουν και προίκες σε κόρες που ομως ποτέ δεν θα στολίσουν. Αυτή η δουλεία δεν έχει καλή αμοιβή, μπορεί μια κουβέρτα λευκή με κουβερτονημα να κοστίζει 2500 ευρώ αλλά εγώ χρειάζομαι και 4 μήνες για να την πλέξω ίσως και περισσότερο και οι κουβέρτες είναι η ακριβότερη και όχι τόσο συχνή παραγγελία.
Το internet είναι μια απασχόληση και διασκέδαση για μένα, ενημερώνομαι για θέματα υγείας, chatarw και έτσι έχω παρέα και τους τελευταίους μήνες έμαθα και έφτιαξα το blog που γράφω αλλά περισσότερο διαβάζω blog άλλων .
Δεν θυμάμαι αν έχω αναφέρει ότι μέχρι τώρα ότι έχω μάθει το έχω μάθει ψάχνοντας και ρωτώντας και θα το ομολογήσω κλέβοντας ιδέες και διευθύνσεις από τα δικά σας blog, profile, site και από όπου αλλού μπορώ να μάθω ή να πάρω ιδέες και βοήθεια παρεμπίπτοντος κάθε βοήθεια δεκτή (χαχαχαχαχαχ).
Από χτες αποφάσισα οτι δεν μου αρέσει το χρώμα της σελίδας ήθελα να βάλω ίσως κάποια φωτογραφία ή εικόνα για φόντο διάβασα τις οδηγίες έπρεπε να σώσω πρώτα το παλιό πρότυπο φόντου μην έχανα ίσως και τα σημαντικά γραφόμενα μου φάνηκε δύσκολο ήταν και βράδυ λέω ας αλλάξω μονό χρώμα ας το κάνω πιο φωτεινό δεν μου άρεσαν λοιπόν οι αλλαγές είχε πάει και 12:00 ώρα που βγαίνουν τα φαντάσματα όπως έλεγε και η σοφή μικρασιατισα γιαγιά, θυμήθηκα και την γνωστή παροιμία ¨της νύχτας τα καμώματα τα βλέπει η μέρα και γελά ¨ και λέω αγαπητή Παλίρροια ώρα για ύπνο.
Φαίνετε όμως ονειρευόμουν το φόντο στον ύπνο μου έτσι το πρωί με το καφεδάκι βγήκα στο internet προς εύρεση φόντου ο καλός μου googlakos που άλλες φόρες με πάει και σε σελίδες που διαφωνεί ένας άλλος φίλος ο norton με έβγαλε σε μια σελίδα με φανταστικές εικόνες δεν ήξερα τι να διαλέξω τελικά όπως βλέπετε επέλεξα ένα αλλά μάλλον δεν θα το κρατήσω δεν μου αρέσει που δεν φενοντε τα γράμματα καλά, για μένα που άρχισαν τα σημάδια της ηλικίας να χτυπούν και την πόρτα των ματιών μου .
Αν θέλετε μου λέτε τη γνώμη σας να το κρατήσω ή να το αλλάξω;

Πέμπτη, 22 Μάϊος 2008

Εφυγε βιαστικα.....



Πέρυσι την άνοιξη έπαθα μια ίωση που έγινε αφορμή να κόψω το τσιγάρο, μαζί με την ίωση ξεκίνησαν και προβλήματα με τα δόντια μου, ο αδελφός του πρώην συζύγου μου ήταν οδοντογιατρός αλλά ενώ παλιά πήγαινα σε εκείνον για τα δόντια μου μετά κάπου διαφωνήσαμε και δεν ξαναπήγα, η μαμά μου όμως θεώρησε σωστό να του τηλεφωνήσει και να τον ρωτήσει τι να κάνω, έτσι μάθαμε ότι και εκείνος είχε μια ίωση που το παίδευε αρκετές μέρες. Μετά από λίγο καιρό και ενώ είχα γίνει καλά από την ίωση ο Γιώργος μου είπε ότι ο αδελφός του παιδεύετε ακόμα με την ίωση και ότι πήγε σε γιατρό που του έδωσε πολύ εξειδικευμένες εξετάσεις και γι’ αυτό ήταν ανήσυχοι όλοι. Οι απαντήσεις ήταν όχι άσχημες τραγικές είναι από αυτές που δεν θες ούτε ο χειροτέρος εχθρός σου να τις έχει.......... Νομίζω ότι δεν είναι απαραίτητο να αναφέρω την ακριβή ορολογία της ασθένειας αρκεί να πω ότι ο γιατρός δεν του έδωσε καμία ελπίδα αλλά μονό ελάχιστο χρόνο ζωής....... Όλοι παγώσαμε... ήταν μόνο 51 ετών.
Οι σχέσεις μου με τον Γιώργο είτε λόγο των παιδιών είτε λόγο μιας περίεργης εξάρτησης που μας κρατάει κοντά είναι καλές έτσι από την αρχή έζησα όλο τον πόνο και τις διαφορετικές αντιδράσεις της οικογένειας.
Ο πάτερ φαμιλιάς ο σκληρός και πάντα δυνατός αυτός άντρας είχε αρχίσει ένα χρόνο πριν να παρουσιάζει κενά μνήμης, γεροντική ανια είπαν οι γιατροί αλλά τώρα άρχιζε και χειροτέρευε, αν και δεν του είπαμε ποτέ την σοβαρότητα της κατάστασης του παιδιού του, όπως και στη μητέρα του δεν τόλμησε κάνεις να της πει ότι το παιδί της αργοσβήνει.
Ο Γιώργος άρχισε τα αγχολυτικά γιατί έπαθε μια δυνατή κρίση γαστρεντερίτιδας ήταν η αντίδραση του οργανισμού του στον πόνο για την κατάσταση του αδελφού του. Τα παιδιά μου ήταν μαγκωμένα αλλά δεν εξωτερίκευαν την στενοχώρια τους αφενός για τον θειο αλλά και για τον πατέρα τους που έβλεπαν ότι δεν μπορούσε να διαχειριστή την κατάσταση.
Μέσα σε όλο αυτό δεν μπορούσα να μείνω αμέτοχη κατάλαβα ότι με χρειάζονταν και πήγα....... πολλοί θα πουν περίεργο μια πρώην σύζυγος να ανακατεύετε με τα πρώην πεθερικά αφού υπάρχει νυν νύφη και ίσως έχουν δίκιο έξαλλου αν σκεφτόμουν για λίγο πως μου είχαν φερθεί όλοι δεν θα έπρεπε ούτε καν να τους μιλώ αλλά δεν είμαι τέτοιος άνθρωπος δυο μεγάλοι άνθρωποι έχαναν το παιδί τους πονούσαν ήταν ανήμποροι πως μπορούσα να θυμάμαι τα παλιά ........................
Μάρτιο μάθαμε ότι είναι άρρωστος Απρίλιο έκανε μια επέμβαση που επιβεβαίωσε το μέγεθος του κάκου και άρχισε το μαρτύριο με τις χημειοθεραπείες, αφού δεν βοηθούσαν σε τίποτα γιατί έπρεπε να υποστεί αυτό το μαρτύριο δεν μπόρεσα να καταλάβω.
Ιούνιο έκανε μια δεύτερη επέμβαση που θα τον κρατούσε λίγο ακόμα στη ζωή ...... Οι γιατροί δεν παραδίδουν τα όπλα μέχρι τέλους......... Όλο αυτό το μαρτύριο το έζησε μαζί με την γυναίκα και τη κόρη του απέφυγε να δέχεται επισκέψεις ακόμα και τη μητέρα του δεν ήθελε να τον βλέπει όπως είχε γίνει, ο μπαμπάς του είχε ραγδαία επιδείνωση με την γεροντική ανία ένας παππούλης πια που δεν καταλάβαινε πολλά, που και που ρωτούσε που είναι ο Παύλος του λέγαμε ότι είναι λίγο άρρωστος μετά το ξεχνούσε έτσι ήταν καλύτερα δεν βίωσε τον τέλος του παιδιού του.
Μετά τη δεύτερη επέμβαση ζήτησε τον Γιώργο καταλάβαινε ότι έφευγε και είχε ανάγκη να χαιρετήσει τον αδελφό του, εκείνος μάζεψε όσο κουράγιο είχε και πήγε να τον δει, όταν γύρισε ήταν χάλια ένα ερείπιο, έλεγε συνεχεία αυτός που είδα δεν είναι ο αδελφός μου, ήταν ένας ξένος ένας που έμοιαζε με τον αδελφό μου. Οι μέρες περνούσαν το θαύμα που όλοι ευχόμαστε όπως και κάθε άνθρωπος για τον δικό του άρρωστο δεν ήρθε έτσι το μεσημέρι στις 30 Ιουνίου με πηρέ τηλέφωνο ο μεγάλος μου γιος και μου ζήτησε να πάω γρήγορα στο πάρκο ήταν με τον πατερά του, δεν χρειάστηκε να ρωτήσω κατάλαβα ήρθε μαζί μου και ο μικρός γιος ............. Τους βρήκαμε να κλαίνε σα μικρά παιδιά έπρεπε να φανώ δυνατή και λογική οι γιοι μου και ο πατέρας τους πονούσαν, έκανε πολύ ζέστη τους έδωσα νερό και έκατσα κοντά τους μετά από λίγο τους πήρα με το αυτοκίνητο και τους έφερα σπίτι οι κουβέντες ήταν λιγοστές δεν είχαμε να πούμε τίποτα δεν μπορούσα να κλάψω αν και μου σφιγγόταν η κάρδια που τους έβλεπα όταν ήταν λίγο καλύτερα πήγαμε όλοι μαζί στο σπίτι των γονιών του Γιώργου. Η επόμενη ήταν η μέρα του αποχαιρετίσου το σπίτι γέμισε με μαυροντυμένους συγγενείς από Κρήτη που ήρθαν να αποχαιρετήσουν τον ανιψιό τον ξάδελφο τον θειο που έφυγε στα 51 του χρόνια.
Εγώ έμεινα με τον πάππου σπίτι δεν υπήρχε λόγος να τον πάρουν μαζί δεν καταλάβαινε αλλά χρειαζόταν πλέον έναν άνθρωπο να τον φροντίζει, αυτό το ρολό από εκείνη τη μέρα ανέλαβα εγώ και μέχρι τα Χριστούγεννα που δεν άντεξα φαίνετε την πίεση και την στενοχώρια και έπαθα την κρίση κολίτιδας και βγήκα πάλι από την ενεργό δράση,